Τετάρτη 1 Απριλίου 2009

Η ΠΡΩΤΗ ΑΓΑΠΗ





Η ΠΡΩΤΗ ΑΓΑΠΗ

Ένα χαμόγελο φωτεινό,
ένα βλέμμα μακρινό,
μ᾽ έκαναν να την αγαπήσω
και γι᾽αύτήν να ξενυχτήσω.

Τα μάτια της από κοντά
ποτέ μου δεν αντίκρισα,
τα γελαστά τα χείλη της,
ποτέ μου δεν τα φίλησα.

Ήταν μια σκιά σε παραθύρι,
στα όνειρα μου νεράκι στο ποτήρι,
του νου μου ολόλαμπρο φεγγάρι,
στην καρδιά μου κλειστό μαργαριτάρι.

Νύχτες στο φως του καντηλιού,
της έγραφα στο άψυχο χαρτί,
αυτά που ήθελα στ᾽αυτί για να της πω,
κι αυτή μου έστελνε γραφή, μ᾽ένα μεγάλο σαγαπώ.

Όμως η μοίρα όρισε
στην ξενιτιά να φθάσω,
τους δρόμους μας τους χώρισε,
μήπως και  την ξεχάσω.

Σταμάτης Στεφανάκης

Σάββατο 28 Μαρτίου 2009

Ο ΑΔΕΛΦΟΣ ΠΟΥ ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΓΝΩΡΙΣΑ




Ο ΑΔΕΛΦΟΣ ΠΟΥ ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΓΝΩΡΙΣΑ

Μιά ιστορία θα σας πω
δεν είναι παραμύθι,
η μάνα μου την έζησε
και μου την διηγηθεί.

Πείνα μεγάλη έπεσε,
ο κόσμος κινδυνεύει,
πέρα στου δρόμου την γωνιά
χάρος παραμονεύει.

Χωρίς φεγγάρι, νύχτες σκοτεινές,
οι βάρκες ξεκινάνε,
γεμάτες γυναικόπαιδα
για τον Τσεσμέ να πάνε.

Από εκεί, άλλοι πηγαίναν Αίγυπτο,
άλλοι στης ανατολής την Αβησσυνία,
άλλοι για Κύπρο τράβαγαν
μέσα σε τρικυμία.

Στ᾽αμπάρια ενός σαπιοκάϊκου,
μας πέταξαν σαν τσουβάλι,
είπαν, δυό μέρες ταξίδι ήτανε,
χρειάζονταν υπομονή μεγάλη.

Οι μέρες πέρναγαν μιά μιά,
στεριά δεν αντικρίζανε,
τα τρόφιμα τελείωσαν
τα γόνατα λυγίζανε.

Όσα κι αν είχαμε λεφτά,
ακόμα, και του γάμου μας της βέρες,
τα δώσαμε στους δουλέμπορους
να μας δώσουν φαγητό, για δυό ακόμα μέρες.

Δεν άντεξε όμως το μωρό
στον αιώνα των έντεκα ημερών,
νεκρό, στην θάλασσα το ρίξαμε,
ο αδελφός σου, ήταν μόνο έξι μηνών!

Σταμάτης Στεφανάκης


Δευτέρα 9 Μαρτίου 2009

ΓΛΩΣΣΑ ΚΑΙ ΞΕΝΙΤΙΑ





ΓΛΩΣΣΑ ΚΑΙ ΞΕΝΙΤΙΑ

Σαράντα χρόνια ξενιτιά
μα κάτω δεν το βάζω,
η γλώσσα μου μπερδεύεται
βιβλία δεν διαβάζω.

Τα μαγειριά μου φάγανε
τα νιάτα, το κορμί μου,
μα τίποτα δεν άλλαξε
την Ελληνική ψυχή μου.

Δυό ξένες γλώσσες έμαθα
για να συνεννοούμαι,
αλλά με τα παιδιά, τα εγγόνια μου,
μόνο... Ελληνικά μιλούμε.

Ξέρω ανθρώπους δύστυχους
που Γολγοθά διαβαίνουν,
να τους μιλάνε τα παιδιά
να μην καταλαβαίνουν.

Την γλώσσα μας την πλούσια
που έχει χιλιάδες λέξεις,
στην ξενιτιά όταν βρεθείς
τριακόσιες θα διαλέξεις.

Θέλω, αλλά μου είναι δύσκολο
ποιήματα να γράψω,
δεν βρίσκω λέξεις να εκφρασθώ,
μου έρχεται να κλάψω.

Σταμάτης Στεφανάκης




Ο Συνταξιούχος Αμερικάνος



῟῟ Ο ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΟΣ ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΣ ῟῟῟


Ο Γιώργης έφυγε μικρός

στην Αμερική να πάει,
μέσα στου σιδήρου τα εργοστάσια
τα νιάτα του να φάει.

Τα πόδια δεν τον άντεχαν
δύσκολα περπατούσε,
την σύνταξή του απέκτησε
μπαστούνι εκρατούσε.

Στο χωριό είχε τον καημό
και πάλι να βρεθεί,
ίσως και γυναίκα να εύρισκε
να την στεφανωθεί.

Όλα του πήγανε καλά,
όπως τα είχε φαντασθεί, όμορφα και ωραία,
τους φίλους βρήκε τους παλιούς
και έκανε παρέα.

Μιά μέρα εκεί στον καφενέ που έπιναν τον καφέ τους
ο Γιώργης έριξε μιά δυνατή... κι᾽ ο τόπος όλος μύρισε,
κάποιος από την παρέα σηκώθηκε όρθιος και λέει δυνατά,
Εεε... βούδι πήγε στην Αμερική και βούδι ξαναγύρισε!

Σταμάτης Στεφανάκης

Σάββατο 7 Μαρτίου 2009

Χαμένη Αγάπη




ΧΑΜΕΝΗ ΑΓΑΠΗ

Σε μία μικρή και όμορφη ταβέρνα
Μία χαμένη αγάπη θυμάμαι και δακρύζω,
μαζί με την γλυκιά κιθαρίτσα, τραγούδι,
που αγαπούσαμε κι᾽ δυό, το σιγοψιθυρίζω.

Κοντά μου στο άδειο τραπέζι
την θέση σου παίρνει μια ξανθιά κοντεσίνα
που παρηγοριά προσπαθεί να μου δώσει
η γλυκιά, η τρελή, η ρετσίνα.

Ξαφνικά η ξανθούλα με πέρνει
με βήμα αργό, στο μουράγιο,
στην ταβέρνα από κάτω, με φέρνει,
και στο αυτή μου ψιθυρίζει, κουράγιο.

Της θάλασσας χτυπάει το κύμα στα βράχια
και γίνετε σύννεφο άσπρο,
κι᾽εκεί μέσα, προβάλει το δικό σου το σώμα,
που μοιάζει ολόλαμπρο άστρο.

Τα χέρια μου απλώνω
κι᾽εσύ τα δικά σου,
σε σφίγγω στην άδεια αγκαλιά μου
και σε γεμίζω με χίλια φιλιά μου.

Μα τι έπαθες;
γιατί δεν μου μιλάς;
γιατί την θάλασσα
βαθιά κοιτάς;

Έφυγες!
μαζί σου και η ξανθούλα έχει φύγει,
τώρα κατάλαβα πως ήμουν μεθυσμένος,
και της μοναξιάς η λύπη με τυλίγει.

Σταμάτης Στεφανάκης            

Πέμπτη 5 Μαρτίου 2009

ΑΥΓΟΥΣΤΙΑΤΙΚΟ ΦΕΓΓΑΡΙ





ΑΥΓΟΥΣΤΙΑΤΙΚΟ ΦΕΓΓΑΡΙ

Στην βεράντα στο Αιγαίο
που έχει η Καλλιμασιά,
καθόμουνα σ᾽ ένα παγκάκι
μιά αυγουστιάτικη βραδιά,
κι᾽ απολάμβανα την θέα
στις νυχτιάς την σιγαλιά.

Έξαφνα στον ορίζοντα,
ένα κόκκινο φώς διά μαγείας,
άρχισε να ξεπροβάλει
απο τα βάθη της Τουρκίας.

Μία κατακόκκινη πανσέληνος
ανέβαινε ένα- ένα τα σκαλιά στον ουρανό,
κι η θάλασσα έγινε καθρέπτης,
να του δείξει το πόσο είνε φωτεινό.

Μά εκείνο εζαλίστει, εθαμβώθει,
από των ανθρώπων την χαρά,
από του Αυγουστιάτικου
του φεγγαριού την φήμη,
και μέχρι να φθάσει Καταράχτη, άλαξε χρώμα,
κι᾽ έβαψε θάλασσα και γή με ασήμι!

Στάμος Στεφανάκης


ΟΜΗΡΟΣ






*** ΟΜΗΡΟΣ ***

Ένα λεωφορείο έφευγε
με λίγους φιλάθλους κι῾ έντεκα παλικάρια,
μπάλα να πάν να παίξουνε
μέσα εις τα Μεζάρια.

Του γυμνασίου τα περισσότερα
μικρά ήταν παιδιά,
μα σαν λιοντάρια παίζανε
με πάθος και καρδιά.

Προπονητή δεν είχανε
προπόνησή να κάνουν,
μα ξέραν μέσ῾ τα γήπεδα
την νίκη πώς να πάρουν.

Η Χίος όλη έτρεμε
εις το αντίκρισμα τους
και όλοι υποκλίνονταν
μπρος στην παλικαριά τους.

Όμηρο την λέγανε
εκείνη την ομάδα,
πού στα παιδικά τα μάτια μου,
ήταν η καλύτερη σε όλη την Ελλάδα!

Σταμάτης Στεφανάκης

ΤΡΑΧΑΝΑΣ




ΤΡΑΧΑΝΑΣ

Το είπα και το ξαναλέγω
και θα σας το πω ξανά,
τέτοια σούπα δεν υπάρχει
σαν τον τραχανά.

Όλοι ξέρουν και τον φτιάχνουν
μέσα σε όλη την Ελλάδα,
μα σαν τον τραχανά τις Χίου
τέτοιο πράγμα δεν ξανάδα.

Λένε πως το τραχανοχόρταρο
είνε το μυστικό,
φθάνει μιά σούπα τραχανά
να χορτάσει... νηστικό.

Στάμος Στεφανάκης

ΧΤΑΠΟΔΙΑ






῟῟῟ ΧΤΑΠΟΔΙΑ ῟῟῟

Με μιά μάσκα στο κεφάλι
και πτερύγια στα πόδια,
στης θαλάσσης τον βυθό
κυνηγούσαμε χταπόδια.

Μα εκείνα φοβισμένα
αμολούσανε μελάνι,
και τρέχανε για να κρυφτούνε
μέσ᾽ του βράχου το θολάμι.

Στήναμε κι᾽ εμείς καρτέρι
και γαλαζόπετρα τους βάζαμε,
κι᾽ έτσι μόλις ξεπροβάλαν
με το χέρι τα αρπάζαμε.

¨Όσο πιο γρήγορα ήταν δυνατόν
βγαίναμε στην παραλία,
με το χταπόδι βυζαγμένο ως τον λαιμό
επίδειξη να κάνουμε την λεία.

Σταμάτης Στεφανάκης

ΤΟ ΠΗΓΑΔΙ






῏῏῏ ΤΟ ΠΗΓΑΔΙ ῏῏῏

Αυλάκια σκαλισμένα στα χείλια του,
ένα πηγάδι φτιαγμένο από πέτρα,
ένα μπετόνι με ξύλινο χέρι, κι᾽ ένα σχοινί,
πού ποιός ξέρει πόσα να ήτανε μέτρα.

Πόσο εύκολο το έβλεπαν τα παιδικά μου μάτια,
έτρεχε με φόρα το σχοινί στο κατέβασμα
κι᾽ ´ένας υπόκωφος βρόντος έβγαινε μέσα από το πηγάδι,
μα ήταν τόσο δύσκολο το ανέβασμα.

Νερό χρειάζοταν παντού,
έπρεπε ν᾽ ανεσύρεις,
νερό για τα δέντρα του, τα ζώα του,
ο κάθε νοικοκύρης.

Νερό για να πλυθείς,
νερό και για να πίνεις,
νερό για το μαγείρεμα,
νερό τα ρούχα σου να πλύνεις.

Σταμάτης Στεφανάκης

ΞΟΒΕΡΓΑ





ΞΟΒΕΡΓΑ

Μία οχτωβριάτικη ημέρα
που ο πατέρας μου δεν είχε άλλη δουλειά,
μου υποσχέθηκε να με πάρει μαζί του
να πάμε στα πουλιά.

Ήταν η ώρα τρεις το πρωί
κι῾ ήλθε να με σηκώσει,
έπρεπε λέει να θέκομε
προτού να ξημερώσει.

Ένας φακός μας έδειχνε τον δρόμο
μέχρι να φθάσουμε στην βότα,
πάρε μου λέει το ξεροκόφινο
και πήγαινε στα πόστα.

Εκείνος, πήρε στα χέρια του
τα κλουβιά με τα πουλιά,
ανέβηκε, και έθεκε τα ξόβεργα
στην ποστιασμένη ελιά.

Σε λίγο άρχισε να χαράζει,
έπρεπε να βάλουμε γλαστράκια,
να πάν να ποιούν να κρεμαστούν
τα άτυχα γιαννάκια.

Σταμάτης Στεφανάκης

ΤΑΒΛΙ



ΤΑΒΛΙ

Δύο παίζουν
τρεις χαζεύουν,
ποιος είν᾽ αυτός πού θα κερδίσει
ποιος το τάβλι θα κουνήσει.

Πρέπει να είσαι τυχερός,
στρατηγική να ξέρεις,
και όταν έλθει ο καιρός
διπλές ζαριές να φέρεις.

Πέφτουν τα ζάρια δυνατά
έρχονται εξαράκια,
κι᾽ο ένας στον άλλον αλυχτά
ζαράκια έ ζαράκια.

Αυτός πού έχασε, 
με ορμή το τάβλι το κουνάει,
χέρι δίνει στον φίλο του
και τον καφέ κερνάει.

Σταμάτης Στεφανάκης

ΤΟ ΑΛΩΝΙ



ΤΟ ΑΛΩΝΙ

Ο ήλιος λάμπει από ψηλά,
με τις ακτίνες του τον κόσμο όλο φιλά,
ζεστασιά παντού σκορπίζει,
ενέργεια, χαρά, ζωή χαρίζει.

Στο χωράφι το αλώνι
σαν στην θάλασσα μπαλκόνι,
ένα άλογο γυρίζει
και τα στάχυα θρυμματίζει.

Ώρες τώρα το άμοιρο
γυρίζει γύρο -γύρο,
χωρίς αυτό να το ζαλίσει,
ξέρει πώς πρέπει ν᾽ αλωνίσει.

Ο αγρότης περιμένει την ημέρα,
με τον κατάλληλο απάνεμο αέρα,
να σηκώσει το ξανεμιστήρι με καμάρι,
να χωρίσει τ᾽ άχερα από το σιτάρι.

Σταμάτης Στεφανάκης

Τρίτη 3 Μαρτίου 2009

ΕΛΑΙΟΝ ΕΛΑΙΑΣ





ΕΛΑΙΟΝ ΕΛΑΙΑΣ

Κάτω από εσένα προσευχήθηκε
Εκείνος που σταυρώθηκε, 
την ευλογία Του πήρες εκείνη την ώρα
και την κράτησες ώς τώρα.

Εσύ που τα λυχνάρια φώτιζες
και φως στον κόσμο δώριζες,
να πηγαίνουν στα σχολεία
να διαβάζουν νύχτα τα βιβλία.

Τα καντήλια των εικόνων
από τους αιώνας των αιώνων,
εσύ τα άναβες,
εσύ ανέσπερα τα κράταγες.

Ενέργεια στο ανθρώπινο κορμί
σ' εσένα βουτηγμένο το ψωμί,
ζεστασιά στον κρύο τον καιρό
το φαγητό το λαδερό.

Έτρεχες άφθονο σαν χρυσαφένιο νεράκι
από του ελαιοτριβείου το στυράκι,
μήπως ελίτσα μου κουράστηκες;
γιατί λαδάκι μας εχάθηκες;


Και άν τα καντήλια έγιναν ηλεκτρικά
και τα λάδια φτιάχνονται από χημικά,
τις τρώμε ακόμα τις ελιές!
ζείτε στις ανθρώπινες ψυχές!

Στάμος Στεφανάκης

ΓΙΑ ΘΥΜΗΘΕΙΤΕ






῟῟῟ ΓΙΑ ΘΥΜΗΘΕΙΤΕ ῟῟῟

Η κυρ᾽ Αργυρώ, η Ελένη, η Μαριγώ, η Λεμονιά,
μαστίχι καθαρίζαν,
σκυμμένες πάνω στα σινιά
αναπολούσαν τα παλιά, τα μάτια τους δακρύζαν.

Μιλάγαν ασταμάτητα για τις εποχές,
που ήταν μεγάλη αφθονία,
που βράζανε παντού οι έξοχες,
από μιά χαρούμενη ανθρώπινη κοινωνία.

Βουλούσαν λέγαν οι ελιές
γεμάτα τα υπέρογκα πιθάρια,
στο κέντος που επείγεναν,
εβγάζαν πολύ μαστίχι τα σκινάρια.

Μπερκέτι ήταν όλοι οι καρποί,
πηγαίνανε και ερχότανε τ᾽ αγώγια,
σιτάρια, κριθάρια, αμύγδαλα,
γεμάτα τα κατώγια.

Βάζανε λέγαν και καπνά,
μεγάλα είχαν αμπέλια,
οι νοικοκυραίοι δεν προλάβαιναν
και πέρνανε κοπέλια.

Τρέχανε λέγαν τα νερά
από τις πηγές, τις βρύσες, τα πηγάδια,
τα ψάρια ήταν μπόλικα
σαν ρίχναν παραγάδια.

Θυμάστε λέγαν βρε παιδιά, για να πάμε στο χωράφι,
η περπατούσαμε η με το γαϊδουράκι,
τώρα δρόμους ανοίξανε παντού,
και πάν με φορτηγάκι!

Στάμος Στεφανάκης

Τετάρτη 25 Φεβρουαρίου 2009

ΣΧΙΝΕ ΚΑΛΕ ΜΟΥ ΦΙΛΕ




ΣΧΙΝΕ ΚΑΛΕ ΜΟΥ ΦΙΛΕ


Είμουν μικρός πολύ μικρός
σαν πρωτογνωριστήκαμε
και στου σπιτιού σου την αυλή
σαν πρωταγκαλιαστήκαμε.
Με έφερε ο πατέρας μου
τον κήπο σου να ησιάσω
και απο τα χόρτα τα άγρια
να τον ξεχορταριάσω.
Μου έδωσαν το κεντητήρι
να τρυπάω το κορμάκι σου
απο άκρια σε άκρια
κι εσυ δεν μίλαγες, δεν φώναζες
παρά μονάχα έκλεγες
με διαμαντένια δάκρια.
Έμιαζα σαν εκτελεστής
με το όπλο μου στο χέρι
καθε βδομάδα μια φορα
όλο το καλοκαίρι.
Tα δάκρια σου μάζευα
πάνω απο το χώμα ενα –ενα
σαν θησαυρό ανεκτίμητο
να μην χαθεί κανένα.
Τα πλείναμε τα καθαρίσαμε
και για αργύρια πολλά
σαν τον Χριστό
σε άλλους τα πουλήσαμε.
Τώρα που πέρασαν τα χρόνια
είλθα πάλι να σε βρώ,
οχι να σε κεντήσω,
μα να σε ευχαριστήσω
που έμεινες και με περιμένες
σχίνε, καλέ μου φίλε.

Σταμάτης Στεφανάκης

ΑΪ ΓΙΑΝΝΗΣ



ΑΪ  ΓΙΑΝΝΗΣ

Θεέ μου τι μεγάλη ησυχία
τι ομορφιά και τι γαλήνη,
είνε αληθινή ευτυχία,
αυτός ο τόπος που σου δίνει.

Βγήκαν πάλι τα βαρκάκια
για να ρίξουν παραγάδι,
να μας φέρουν τα ψαράκια
σαν γυρίσουνε το βράδι.

Καπετάνιοι δίχως μούτσους
με παρέα το φεγγάρι,
ρίχνουνε συρτή για λούτσους,
και ψαρεύουν καλαμάρι.

Στου Άϊ Γιάννη το λιμανάκι
δίχως έγνιες και σκοτούρες,
κατεβάζουμε το ουζάκι
με μεζέ μας τις τσιπούρες.

Σταμάτης Στεφανάκης

Τρίτη 24 Φεβρουαρίου 2009

ΤΟ ΞΕΧΑΣΜΕΝΟ ΚΑΔΡΟ




῏῏῏ ΤΟ ΞΕΧΑΣΜΕΝΟ ΚΑΔΡΟ ῏῏῏

Στον τοίχο του γραφείου μου
ένα κάδρο ξεχασμένο,
τόσα χρόνια καρτερικά,
στην ίδια θέση έχει μείνει κρεμασμένο.

Είχε στραβώσει κι᾽ έγερνε
και πήγα να το ισιάσω,
και όλα όσα έγραφε
ξανά να τα διαβάσω.

Με μεγάλα γράμματα έγραφε,
ΣΧΟΛΗ ΕΦΕΔΡΩΝ ΑΞΙΟΜΑΤΙΚΩΝ,
του αποφοιτηρίου μου από την σχολή
ήταν το πιστοποιητικόν.

Κάπου στην άκρη του χαρτιού
η ημερομηνία έλεγε 1969 23 Φλεβάρη,
πώς πέρασαν σαράντα χρόνια ολόκληρα
και δεν πείρα χαμπάρι;

Ίσως να μην το κατάλαβα
πώς πέρασαν τα χρόνια,
γιατί ποτέ δεν ξέχασα
τι τράβηξα καψώνια.

Αγίους μας ονόμαζαν,
πόναγαν τα νεανικά μας τα κορμάκια,
αφού στα γόνατα ανεβαίναμε
τα περιβόητα, τα δύο αοράκια.

Μου θύμισε όμως και κάτι άλλο,
που όμως δεν θέλω να το πώ,
μόνο για μένα το κρατώ
σαν μυστικό μεγάλο.

Σταμάτης Στεφανάκης